Μου ήρθε στα ξαφνικά μία φοβερή διαπίστωση στο μυαλό.

Τόσο κοινή όσο και σπάνια.

Σπάνια, επειδή οι περισσότεροι μπορεί να την έχουμε θαμμένη κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μας, πότε όμως έτυχε να την αναλογιστούμε στα σοβαρά και με βάση αυτήν να πορευτούμε;

Όταν λοιπόν ετοιμαζόμαστε να ρωτήσουμε κάποιον κοντινό κι αγαπημένο μας,  κάτι για τον ίδιο, κάτι για εμάς ή ακόμα και για τη σχέση μας, πόσο προετοιμασμένοι είμαστε στ’ αλήθεια να «ακούσουμε» οποιαδήποτε απάντηση;

Θα το κάνω πιο σαφές νομίζω με ένα απλό παράδειγμα πολύ, ξεκάθαρα βγαλμένο από την καθημερινή μου ζωή:

Κάθε φορά που κάνουμε την απλή ερώτηση «πώς είσαι;» στο παιδί μας, στ’ αλήθεια είμαστε ανοιχτοί κι έτοιμοι να ακούσουμε κάθε πιθανή απάντηση;

Με άλλα λόγια, το ερώτημά μας απευθύνεται με γνήσιο ενδιαφέρον αποκλειστικά προς εκείνο ή κάπου μες στις λέξεις μας κρύβεται και η δική μας αγωνία για να έρθει μία απάντηση που να μοιάζει με «είμαι πολύ καλά», «ωραία» και τα σχετικά;

Προφανώς η αγωνία αυτή θα σχετίζεται με το ενδιαφέρον μας προς το παιδί, σε πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον.

Κάπου εκεί όμως συνυπάρχουν -μάλλον- και κάτι μικρές, δικές μας δυσκολίες όπως

τα έχω καταφέρει καλά μαζί του ώστε να είναι καλά;”

“σίγουρα κάτι έχω κάνει λάθος εγώ αν υποφέρει”

 ή ακόμα ακόμα και το ομολογουμένως ανθρώπινο 😊 “έχει γούστο να τσακώθηκε πάλι, κι άντε να τον συνεφέρω τώρα που βιαζόμαστε”.

Υποψιάστηκα λοιπόν κάπου στα ξαφνικά, πως στην περίπτωση που αυτά τα απλά και σημαντικά ερωτήματα προς τους ανθρώπους μας δεν μας βρίσκουν έτοιμους κι ανοιχτούς για όλες τις απαντήσεις, τότε κάπου στη χροιά της φωνής μας, κάπου στο συναίσθημα, στη στάση του σώματός μας, στην ολότητά μας την ώρα εκείνη, κάπου εκεί χτυπά ένα καμπανάκι που μεταφέρει ένα μήνυμα “εντολή” παρόμοιο με:

“θέλω να ακούσω ότι είσαι καλά”  ή  

“σήμερα δεν την παλεύω να έχεις νεύρα” ή

“έχω ανάγκη να ακούσω ότι μ’ αγαπάς”  ή

“δεν αντέχω αν πονάς”  ή ακόμα

“αν εσύ λυγίσεις χάθηκα κι εγώ”

Μετά την υποψία, μου ήρθε και η δεύτερη σκέψη.

Πόσο πιθανό είναι ο άνθρωπός μας ο αγαπημένος να μας ανοίξει την καρδιά του στην ερώτησή μας, αν βεβαίως το έχει ανάγκη, εφόσον νιώθει μέσα στις λέξεις μας τη δική μας ανημποριά, τη δική μας δυσθυμία ή φόβο;

Και αν ακόμα τελικά το κάνει, μπορούμε να κρατήσουμε τον πόνο του, την πικρή απάντηση που ίσως λάβουμε, το λύγισμα, τη δυσκολία ή την αποτυχία του;

Μάλλον δεν έχω απαντήσεις στα παραπάνω. Όχι απαντήσεις για τις οποίες να είμαι βέβαιη.

Η πρώτη μου σκέψη είναι στους ανθρώπους μας να δείχνουμε ενδιαφέρον σε κάθε περίπτωση.

Είτε μπορούμε να το κάνουμε σαν βραχάκια μικρά στα οποία επάνω μπορούν να ακουμπήσουν, είτε μπορούμε να το κάνουμε σα θάλασσες ζεστές μέσα στις οποίες μπορούν να κολυμπήσουν, είτε πάλι μπορούμε να το κάνουμε μέσα από τη δική μας ανθρώπινη ατέλεια.

Είναι καλό νομίζω να ρωτάμε, να δείχνουμε ενδιαφέρον με όποιον τρόπο μπορούμε την κάθε στιγμή.

Προσωπικά έχω αισθανθεί την ανάγκη πριν την επόμενη ερώτησή μου προς τα παιδιά, τον άντρα, ή τους φίλους τους καλούς μου, να κάνω μία παύση και να αναλογιστώ

Μπορώ να αντέξω οποιαδήποτε απάντηση;

Ακόμα και τη σιωπή του;

Αντέχω να μην είμαι η επιλογή του για να μιλήσει;

Αν χρειάζεται χρόνο, μπορώ να του τον δώσω;

Αν τελικά η απάντηση είναι δύσκολη και για μένα ακόμα, μπορώ να την κρατήσω, μπορώ να με παρηγορήσω, μήπως τελικά βοηθηθούμε μαζί αν αντέξουμε να ειπωθεί;

Ακόμα κι αν δεν έχω μία βοήθεια απτή να του προσφέρω, μήπως ακόμα και τότε μπορώ να αντέξω τη δική μου αυτή “αδυναμία” και να σταθώ δίπλα του σαν δώρο, να γίνω το βραχάκι να ακουμπήσει, η θάλασσα να κολυμπήσει κι έτσι μέσα απ’ την κοινή μας παρουσία να πορευτεί;

Τελικά επιθυμώ την αληθινή του απάντηση, αντί για μία απάντηση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μου;

Αναλογίζομαι δεν σημαίνει απαραίτητα λύνω. Σημαίνει προετοιμάζομαι, ανοίγω τον εαυτό μου για να ανοιχτεί και ο άνθρωπός μου.

Σημαίνει πως δεν θα τα φτιάξω όλα, θα γίνω μία πιο συνειδητή εκδοχή του εαυτού μου.

Καλά το υποψιαστήκατε.

Κι αν λοιπόν ακόμα σε κάποια από τα παραπάνω αρνητικά απαντήσω, με έχω ήδη συγχωρέσει.

Έχω κάνει δηλαδή την πρώτη πράξη αγάπης προς εμένα, κι έχω μαζέψει το θάρρος μου όλο για να ρωτήσω τον αγαπημένο μου…

Πώς είσαι;