Σας έχω πει το φόβο μου για τα αεροπλάνα ;

Το αεροπλάνο λοιπόν…αυτό το μέσο που σε πάει παντού, γρήγορα και με ασφάλεια, αυτό το φοβερό τεχνολογικό δημιούργημα, εμένα μπορεί να μου ξυπνήσει τους μεγαλύτερους φόβους.

Δεν ήταν από πάντα έτσι. Τα πρώτα μου παιδικά ταξίδια ήταν ανέμελα, εξερευνητικά, σίγουρα διασκεδαστικά. Στην ενήλικη ζωή μου το ίδιο, ακόμα και μία διαρκής αναταραχή στην πτήση το περισσότερο που μου προκαλούσε ήταν ενόχληση γιατί δεν μπορούσα να διαβάσω.

Πέρασαν τα χρόνια, κάτω στη γη εγώ ωστόσο 😊να καταπιάνομαι με τα καθημερινά, με διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις, με μικρά παιδιά που χρειάζονται την προστασία μου, με τον εαυτό μου να πρέπει να μπορεί να προβλέψει και να ελέγξει το αύριο, το μεθαύριο, το πρόγραμμα της μεθεπόμενης εβδομάδας ακόμα, να προτρέξει, να λύσει, να προλάβει ανύπαρκτα ακόμα προβλήματα.

Τα αεροπλάνα εκεί πάνω, εγώ κάτω.

Ούτε μου πέρασε απ΄ τη σκέψη πως η ζωή μου ζωγραφιζόταν σε ένα καμβά ευθύνης, «ελέγχου», γρήγορων αποφάσεων,  σε έναν καμβά που το απρόβλεπτο, το μη ελέγξιμο μπορούσε να στρογγυλοκάτσει σαν χοντρή μπάλα καταμεσής του καμβά φέρνοντας για παρέα ένα σωρό δυσάρεστα συναισθήματα…με πρώτο και καλύτερο, τον φόβο.

Άρχισε να μου περνάει απ το μυαλό όταν ξεκίνησα να ταξιδεύω ξανά με αεροπλάνο, στην μετέπειτα ενήλικη ζωή μου.

Άρχισε να μου γίνεται αντιληπτό όταν η απόσταση από το μπροστινό κάθισμα, η κλειστή ατρακτοειδής μορφή του αεροπλάνου που κάποτε απέπνεε ασφάλεια, ένα μικρό κούνημα ή μια επίσκεψη στη μικρή τουαλέτα, μπορούσαν να μου φέρουν από ταραχή και αλυσιδωτές σκέψεις, μέχρι την αίσθηση ότι βρίσκομαι στα τελειώματα της σχέσης μου με τον μάταιο ετούτο κόσμο.

Δεν μπορούσα να κάνω ότι δεν υπάρχει.

Κάθε φορά που έμπαινα στο αεροπλάνο ο φόβος ήταν εκεί, καταμεσής του καμβά της ζωής μου, απρόσκλητος και ξεκάθαρα ανεπιθύμητος, χοντρός και με άσχημο σχήμα, γαλάζιο θα τον περιέγραφα.

Σαν γνήσιο μυαλό που κατεβάζει ιδέες, σκαρφίστηκα ένα σωρό τεχνάσματα σε πολλά ταξίδια. Εντάξει, δεν ήταν όλα ιδέες δικές μου, κάπου τα είχα διαβάσει, σε κάποια συζήτηση είχαν ειπωθεί. Ξεκίνησα να μετράω, ίσια, ανάποδα, ανά τρία ή ανά τέσσερα, ακόμα ακόμα και ανά εννιά άμα ζόριζαν τα πράγματα. 

Άλλοτε πήρα μαζί μου βιβλίο αποδεδειγμένα ευχάριστο κι ενδιαφέρον, μα το κοιτούσα με την προσήλωση που κοιτάς το πιο αγαπημένο σου πρόσωπο, πασχίζοντας μάταια να κρατήσω το μυαλό μου απασχολημένο μέσα στις σελίδες του.

Φυσικά δεν παρέλειψα να πνίξω την αγωνία μου στη σοκολάτα μαζί με ένα ωραίο ρόφημα (κάτι ωραίο δούλεψε εκεί), αλλά όταν πήγα να το κάνω και με κρασί, διαπίστωσα ότι το αλκοόλ στα 30.000 πόδια στο δικό μου στομάχι τουλάχιστον, παραμένει αδιάσπαστο.

Και τα χρόνια περνούσαν, εγώ έμπαινα και έβγαινα σε πτήσεις με αγωνία, που μετά την προσγείωση έπαυε ευθύς αμέσως να με απασχολεί κι έτσι ο κύκλος συνεχιζόταν.

Μου αρέσει βλέπετε να ταξιδεύω κιόλας, γρήγορα και βολικά, οπότε το να απαρνηθώ τα αεροπλάνα θα σήμαινε για μένα να απαρνηθώ και το αλάτι από τον καμβά της ζωής μου.

Ήρθε μια μέρα που ταξίδεψα ξανά.

Ο ίδιος φόβος, η ίδια αγωνία και η προσμονή της προσγείωσης.

Αυτή τη μέρα κάτι είχε αλλάξει. Σίγουρα δεν ήταν το αεροπλάνο. Σίγουρα δεν ήταν ο χοντρογαλάζιος φόβος μου. Στα σίγουρα δεν ήταν οι συνθήκες.

Το μυαλό μου ξεκίνησε να μπαίνει σε λειτουργία πτήσης, δίνοντας μου μία τελευταία γνωστική πληροφορία, μία γνώριμη πια σε μένα διαπίστωση: Κανένα συναίσθημα δεν φεύγει.

Πουθενά δεν πάει. Στρογγυλοκάθεται στον καμβά σου και καταλαμβάνει χώρο στην ύπαρξη σου. Γιατί; Γιατί έτσι του αρέσει. Μπορεί να υπάρχουν χίλιες εξηγήσεις γιατί το κάνει αυτό. Έχει πάντα τόση σημασία; Έχει – και δεν έχει.

Με το μυαλό σε λειτουργία πτήσης λοιπόν, στην αρχή έκλεισα τα μάτια μου και έψαξα να βρω μέσα μου αυτό το χοντρογαλάζιο σχέδιο στον καμβά μου. Το βρήκα να κάθεται πάνω από το μικρό τρομοκρατημένο κοριτσάκι, από κάτω το παιδί, από πάνω η ακανόνιστη μπάλα του φόβου φανταστείτε.

Αυτό δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Αν ήταν ένα από τα παιδιά μου τί θα έκανα άραγε; Μα φυσικά, θα το αγκάλιαζα σφιχτά, θα το κρατούσα εκεί, μαζί με το φόβο και τα δάκρυά του. Για όσο χρειαστεί. 

Με τα μάτια λοιπόν κλειστά ξεκίνησα να ανοίγω τα χέρια μου προκειμένου να αγκαλιάσω όλο το συνονθύλευμα παιδιού και φόβου. Χρειάστηκε να τα ανοίξω πολύ, αφού παιδί και φόβος δεν ξεχώριζαν. Και λίγο μετά που τα κατάφερα, ήρθε και η ερώτηση του κοριτσιού: Άμα μεγαλώσει το γαλάζιο μπαλόνι, τί θα κάνεις; Μπορεί να φοβηθώ ακόμα πιο πολύ.

Το θέμα είχε ξεκαθαρίσει. Τα χέρια μου θα ανοίγουν τόσο πολύ, ώστε κάθε φορά να καλύπτουν αυτή την παράξενη ένωση. Νοερά, έφερα στον καμβά και τα χέρια του άντρα και συνταξιδιώτη μου, τί πιο έμπιστο από το να μεγαλώσει ο κύκλος της βοήθειας έτσι 😊

Το κατάλαβα πια. Και μαζί μου το κατάλαβε και το μικρό κορίτσι μου.

Τα χέρια θα χωρούσαν πια κορίτσι και φόβο σε κάθε περίσταση, μαζί θα μεγάλωναν. Για όσο χρειαστεί.

Ο φόβος δεν έφυγε. Σταμάτησε να καίει όμως και να διαλύει την ύπαρξη μου. Μπορούσα να τον έχω πια αγκαλιά κι αυτόν, μαζί με το παιδί μέσα μου. Όσο τον αγκάλιαζα, δεν ήταν πια τόσο άσχημος κι άχαρος.

Ήταν λίγο σαν αναγκαίο κακό. Ένα κακό που δεν άφησε χώρο στον καμβά μου για να ζωγραφιστεί ο μαύρος πανικός και η απόγνωση. Κορίτσι, φόβος και ενήλικα χέρια -4 μη ξεχνάμε- ήταν δεμένα με μία σφιχτή γαλάζια κορδέλα.

Συνέχισα να φοβάμαι σε όλη την πτήση. Με έναν φόβο ανθρώπινο, προστατευμένο, ανεκτό.

Εκεί κάπου κατέληξα για τον φόβο και για όλα τα δύσκολα συναισθήματα που μας ταλανίζουν:

Δεν χρειάζεται να μικρύνει

Χρειάζεται να το χωράς